Category: Νυχτογραφίες

Η Εποχή του Κορακιού

Η Εποχή του Κορακιού

«Μαύρα πουλιά, που κάποτε ήσασταν παραμύθια…»

Από τα μισά του φθινοπώρου κι ως την αυγή του χειμώνα είναι η Εποχή του Κορακιού.

Ο ουρανός σκοτεινιάζει, συννεφιάζει, μελαγχολεί, πικραίνεται, δακρύζει…

Η γη νυστάζει, τα ξέφτια της ομίχλης σέρνονται αργά πάνω στα δέντρα, στις ερημιές, στα σιωπηλά χωριά, στις απρόσωπες πόλεις. Γύρω από τα φώτα του «πολιτισμού» μικρές σκιές σχηματίζονται, σαν για να κλέψουν, λες, τις τελευταίες ελπίδες ότι ο ήλιος θα δυναμώσει και πάλι, το σκοτάδι θα ξαναφύγει για την εξορία που του έχουμε προσφέρει για κατοικία.

Τα Κοράκια πετούν χαμηλά, με τις φτερούγες τους να σπάνε τη σιωπή. Το πέταγμά τους είναι βαρύ, ξέχωρο, δυνατό, στιβαρό. Η φωνή τους σκληρή, διαπεραστική, τρομακτική, αδυσώπητη.

Πετούν πίσω από το άρμα του Θανάτου. Μιλάμε φυσικά συμβολικά για το Θάνατο – ή τον Ύπνο, γιατί κάποιες φορές μπορεί αυτά τα δυο δίδυμα αδέρφια να παίρνουν το ένα τη θέση του άλλου – της Φύσης, που σηματοδοτείται από την τελευταία σοδειά. Από τον τελευταίο καρπό, αυτόν που προσφέρθηκε στη Μεγάλη Φωτιά της Πανσελήνουν ή της Νέας Σελήνης – όποια είναι πλησιέστερη – του Samhain.

Στα παλιά χρόνια στη χώρα μας ο Νοέμβρης ήταν ο Σποριάς. Οι αγρότες γιόρταζαν το «Μικρό» Άη-Γιώργη στις 3 Νοέμβρη, ευλογώντας τον καρπό που θα γινόταν ο σπόρος για τη σοδειά της επόμενης χρονιάς, το σπόρο που την άνοιξη, την εποχή του «Μεγάλου» Αη-Γιώργη, θα έβλεπαν τον κόπο τους να αποδίδει. Παράλληλοι βίοι με παράλληλους συμβολισμούς θανάτου και αναγέννησης της ίδια στιγμή. Δεν είναι τυχαίο που στην αγγλική γλώσσα οι λέξεις Τάφος-Tomb και Μήτρα-Womb ηχούν παρόμοια.

Το Κοράκι είναι εδώ…

Το Λευκό Κοράκι, η Branwen, η αδελφή του Bran για την κέλτικη παράδοση, στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι το πλάσμα που ο Απόλλων κατακαίει μόνο και μόνο επειδή δεν έβγαλε τα μάτια του Ίσχυ κι έτσι εκείνος ζευγάρωσε με την Κορωνίδα, την αγαπημένη του Απόλλωνα, το στέμμα της βασιλείας του, όταν εκείνη ακόμα κυοφορούσε τον Ασκληπιό. Μια ιστορία γεμάτη αρχέτυπα, που μέσα από την ερμηνεία της μπορούμε να δούμε ψήγματα της βίαιης και σκληρής «δικτατορίας του φωτός», του ήλιου εκείνου που συμβολίζεται από τον Απόλλωνα, το σκληρό φως που καίει τη Γη, που απεχθάνεται τις χθόνιες δυνάμεις, τις κυνηγά, τις κομματιάζει και διασκορπίζει τα κομμάτια τους σε όλη την οικουμένη – όπως στην ιστορία του Πύθωνα, του Δράκου της Γαίας, της Αρχέγονης Δημιουργίας.

Το Κοράκι, μαύρο πια, θριαμβεύει αυτή την εποχή, θυμίζοντας σε όλους, θνητούς κι αθάνατους, πως ο Κύκλος είναι η αναπόφευκτη πορεία, οι Μοίρες πάνω από τους θεούς… Το Κοράκι εμφανίζεται για να καθαρίσει τη γη από όσα η ίδια δεν μπορεί να αφομοιώσει, από τα νεκρά σώματα των ζώων, των ανθρώπων, των καρπών… Χωρίς την Αλχημεία του Κορακιού, ο κόσμος μας θα ήταν γεμάτο γωνιές σήψης και παρακμής.

Δεν είναι τυχαίο που στις πόλεις σχηματίζονται τέτοιες «εστίες», αφού το άγριο Κοράκι δεν είναι ευπρόσδεκτο σε αυτές. Δεν το καλούμε πια να καθαρίσει τη νεκρή σεσηπυία σάρκα της, αυτήν που έχει πεθάνει πια, ώστε να μη γεμίσουμε αποστήματα. Αντίθετα, τα διώχνουμε μακριά, ως οιωνούς κακοδαιμονίας, θανάτου και συμφοράς, όπως κάποιοι μας έπεισαν πως είναι. Μα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μιας και το Κοράκι σηματοδοτεί το τέλος της εποχής του Θανάτου και τη Σπορά της Αναγέννησης. Μιας Αναγέννησης που χρειάζεται να κοιμηθεί σαν σποράκι στην αγκαλιά του χειμώνα, για να ανθίσει την άνοιξη.

Κοντεύουμε πια όλοι να ξεχάσουμε…

Μόνο κάπου στο βορρά ακόμα θυμούνται πως είναι σύμβολο Μνήμης και Γνώσης, τα Κοράκια του Όντιν…

Κι αλλού πως είναι η Lady Morrigan, η κυρά του Πολέμου, της Νίκης και του Θανάτου, η Τριπλή Θεά της Σκοτεινής Εποχής, της Εποχής του Κορακιού. Όταν πια ο Πόλεμος τελειώνει και ο κόσμος ζητά ανάπαψη στην παγωνιά του χειμώνα. Γιατί το Κοράκι έρχεται μόλις η μάχη έχει τελειώσει. Όχι για να στεφανώσει το νικητή, αλλά για να λυτρώσει το νεκρό, να συνοδέψει την ψυχή του στην αγκαλιά της θείας αγάπης.

Και είμαστε και κάποιοι άγνωστοι ποιητές  που ακόμα ακούμε με λαχτάρα τον κρωγμό τους.

«Μαύρα πουλιά, που κάποτε ήσασταν παραμύθια…»

 

 

Forest Journey-Bard’s Tales Volume I

Forest Journey-Bard’s Tales Volume I

Once upon a time and forest
There lived a tree.

A tall silver birch. She was slender and gracious, and her branches were reaching for the sky. But her roots… oh her roots. They were delving deep in the earth, searching for the dark places where the little spirits of the stones are hiding. They are shy, you know. Quite and patient they are, sometimes short and wrinkled because they smile a lot. And from time to time they bring a shiny gem to gift the trees. So our birch was eager to have one of these gems. And she was whispering under the sky her song… long forgotten by men. And one winter morning a beautiful stone in the color of the bright red of blood, was caught in one of the smallest of roots. The birch was excited and slowly but steadily moved her roots in order to make the stone come to the light. Days passed and nights followed and one day just before dawn a lady walked into the woods to be alone and think of the next book she wished to write. She had long flowing hair in the colour of the vivid flames, and bright eyes playful as the sea.

«My goodness», she exclaimed. «A dancing birch». She laughed merrily. And started to sing. Her voice was warm and deep and honest, like the crackling fire of a hearth. And the birch was so happy. Finally a human who could see a tree as it really was. A true dancer of the woods. The lady touched the trunk and the birch felt her pulse and her heart that was full of joy and full of scars. Unseen but yet existing. The tree moved one last time before the first crack of dawn. A ray of sun shined and put fire on the hair of the woman. She bowed her head to the sun and her eyes caught the glimmering red of the stone. The beautiful Ruby that saw the light for the first time. «What is this? A gem», said the woman and picked it. «Is that a gift from a friend of yours?», laughed and bowed to put the gem back to the roots. But the birch with one sudden reaction shed her last three leaves on the head of the lady. The woman thanked the tree and put the Ruby back on the roots. «Three leaves from a birch is three wishes granted», she said. «Thank you». She took the leaves, placed them in her pouch and continued her morning walk. The birch danced a little more in the merry thought that some people could remember the song of the trees.

 

Η Θάλασσα κι ο Βασιλιάς

Η Θάλασσα κι ο Βασιλιάς

Ήταν μια άλλη Εποχή, ένας άλλος Κόσμος, κι ο Ουρανός είχε αλλιώτικο χρώμα, πιο ζωντανό, και μετεωρίτες έσκιζαν τον ορίζοντα, αλλάζοντας διαρκώς τα πάντα. Και η Γαία με τους εραστές της, τον Πόντο, τον Τάρταρο και τον Ουρανό ήταν αγαπημένοι, και δημιουργούσαν διαρκώς παιδιά. Μα κάποτε ήρθε η Μεγάλη Διχόνοια και πόλεμοι κοσμικοί ξεκίνησαν ανάμεσα στα άστρα. Ο κάθε Βάρδος έχει αλλιώτικη μια ιστορία να πει για αυτούς τους πολέμους, και σχεδόν κάθε φορά άλλη είναι η αιτία, αλλά πάντα η Διχόνοια και ο Φόβος για την απώλεια της Εξουσίας ήταν στον πυρήνα.

Λέει μια παλιά ιστορία πως ο Κρόνος, ο Χρόνος ο Πανδαμάτωρ, ο Ουρανίδης Τιτάνας, κάποτε με μια άρπη από Αδάμα, φτιαγμένο από την ίδια τη Γαία, έκοψε τη σύνδεσή της με τον Ουρανό. Και από το αίμα του ξεπήδησαν οι εκδικήτρες Ερινύες. Μα στη Θάλασσα έπεσε κάτι πολύτιμο και βγήκε λένε η Αφροδίτη, η κυρά της Θάλασσας με τα μακριά μαλλιά της να ντύνουν το λευκό της σώμα, και περπάτησε στη Γη.

Όμως φλυαρώ πολύ και πρέπει να φτάσω εκεί που αρχίζει η Θάλασσα για να σας εξιστορήσω της ιστορία της Βασίλισσάς της. Είχε τόσα ονόματα που δεν θα φτάσουν δώδεκα βιβλιοθήκες για να τα πούμε, πόσο μάλλον για να αφηγηθούμε τις ιστορίες τους. Μα κάποτε, μια ιστορία γράφτηκε, κι έλεγε για Εκείνη που ήταν παντοδύναμη, και όριζε όσα πλάσματα κατοικούσαν εντός της, κι ότι έπλεε επάνω της -ό,τι εκείνη επέτρεπε να πλεύσει επάνω της. Στα νησιά οι κάτοικοι της πρόσφεραν στεφάνια φτιαγμένα με ρόδα και άλλα ευωδιαστά άνθη. Με αυτά ξεπροβόδιζαν τους ναυτικούς τους όταν ξεκινούσαν για ταξίδι. Και όσοι έμεναν πίσω της τραγουδούσαν στις ακρογιαλιές ή σε ξέφωτα που τα κύκλωναν κυπαρίσσια. Γιατί εκεί έβρισκαν παρηγοριά όσοι έχαναν έναν δικό τους στη θάλασσα, αφού τόπο να τον θάψουν, να τον κάψουν ή να τον θρηνήσουν άλλον δεν είχαν.

Πλούτο πολύν έφερναν από τη θάλασσα τα πλεούμενα. Ψάρια και θαλασσινά,  κοχύλια και μαργαριτάρια, κι ένα σωρό σπάνια καλούδια που στη στεριά δεν έβρισκε κανείς. Και οι άνθρωποι είχαν όλα όσα λαχταρούσαν, και ζούσαν χρόνια πολλά και σε ειρήνη σε ένα θαυμαστό βασίλειο που αιώνες τώρα κείτεται βυθισμένο σε μια μακρινή θάλασσα. Κανένας δεν ήθελε περισσότερα από όσα είχε…

Μόνο που… κάποτε ο Χρόνος τους έφθειρε και γύριζαν στη Γαία να της χαρίσουν τους τελευταίους χυμούς τους, αντάλλαγμα μικρό για όσα εκείνη τους πρόσφερε. Μα οι αγαπημένοι τους άρχισαν να θρηνούν το θάνατο των δικών τους, και όχι να γιορτάζουν τη ζωή που έζησαν αυτοί μετά την επιστροφή τους στη Γαία. Και η θλίψη και ο φόβος γέννησαν τη Λήθη. Κι έτσι ξέχασαν πως αυτό ήταν μόνο ένα ταξίδι προς την αναγέννηση με νέο πιο εύρωστο σώμα, και άρχισαν να αναζητούν με όλο και πιο μεγάλη εμμονή το μυστικό των θεών, το μυστικό των Τιτάνων, την Αθανασία. Ξέχασαν πως την είχαν ήδη μέσα τους.

Στην προσπάθειά τους αυτή άρχισαν να εχθρεύονται τη Γαία και τη Θάλασσα, να τις βλέπουν σαν αδηφάγους τάφους που κατάπιναν τη ζωή. Κι έτσι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν τη γνώση και την ενέργεια που τους πρόσφερε άπλερα το Σύμπαν για να τη στρέψουν εναντίον της ίδιας της φύσης. Άρχισαν να καταστρέφουν και να διαρρηγνύουν για να ανακαλύψουν τη δομή των πραγμάτων, κι έτσι κατέστρεφαν την ομορφιά τους και την τελειότητά τους, όπως ένας σπουδαίος Βάρδος είχε κάποτε πει.

Και κάποια μέρα εφιαλτική το πρώτο πείραμα ήρθε… ο βασιλιάς ζητώντας να γίνει αθάνατος ζευγάρωσε με πλάσματα εκτός της φύσης… και ο Κόσμος τραντάχτηκε μεμιάς. Και η Θάλασσα σηκώθηκε ψηλά και έπνιξε το ευλογημένο βασίλειο. Όσοι μπόρεσαν να σωθούν κατέφυγαν σε άλλες ηπείρους και σε μια από αυτές συνέχισαν τα πειράματά τους. Τον νεκρό βασιλιά τον ονόμασαν θεό και τον λάτρευαν, και στο όνομά του ζήτησαν να διαφεντέψουν Γη και Θάλασσα.

Και ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος από το να βρουν και να φυλακίσουν τη Βασίλισσα της Θάλασσας, τη Μεγάλη Θεά, και μαζί να εκδικηθούν στο όνομα του θεού τους που τους μιλούσε πια με τη φωνή των ανθρώπινων ιερέων του; Μα μπορείς να αρπάξεις τη Θάλασσα και να την κρατήσεις αιχμάλωτη; Όχι, αλλά… μπορείς να φυλακίσεις τα παιδιά της.

Κι έτσι ξανοίχτηκαν στα πέλαγα οι απεσταλμένοι των μάγων και των ιερέων της διάσπασης και όπου έβρισκαν θαλασσοκόρη την άρπαζαν και την έκλειναν στα αμπάρια των καραβιών τους. Κι όταν τις είχαν αιχμαλωτίσει σχεδόν όλες ρίχτηκαν πάνω σε ένα κήτος πελώριο και το σκότωσαν. Από το σκελετό του έχτισαν ένα καράβι τόσο τρομερό που ακόμα  η Θάλασσα ταράζεται σαν το θυμάται και σηκώνει κύματα βουνά και παίρνει μαζί της τους άπληστους και τους δουλεμπόρους. Όποιο πρόσωπο και να πάρουν οι μαύρες ψυχές τους.

Έκατσαν στην ακτή οι τεχνίτες κι έφτιαξαν το καράβι από τα κόκκαλα του κήτους και στα ενδιάμεσα, για να είναι στεγανό έστρωσαν τα δέρματα των θαλασσοκορών, τα φτερά των σειρήνων, τις ουρές των γοργονανθρώπων, τα μαλλιά των κυράδων του νερού. Και εκείνες τις κλείδωσαν σε βαθιές στοές κάτω από τη γη.

Το τρομερό καράβι όργωνε τη θάλασσα και η Βασίλισσα ένιωσε τον πόνο των παιδιών της και βγήκε πάνοπλη στον αφρό με τα λευκά της μαλλιά να ανεμίζουν. Σήκωσε το τσεκούρι της με το χαραγμένο χρυσό φεγγάρι να κόψει στα δυο το φρικαλέο πλεούμενο, μα όπως έπεσε η πρώτη τσεκουριά, τα δέρματα των θαλασσοπαιδιών σάλεψαν και ο θρήνος τους ακούστηκε ως τα άστρα.

Το τσεκούρι έπεσε από το χέρι της και καρφώθηκε καταμεσής στο κατάρτι που όμως άντεξε. Εκείνη άρχισε να κλαίει και δάκρυα κόκκινα σαν το αίμα των παιδιών της έβαψαν τα λευκά σαν αφρό μαλλιά της. Και σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει τ’ άστρα και να ζητήσει βοήθεια από τους Πρωτογέννητους, μα δεν πρόφτασε.

Με χάλκινα δίχτυα την άρπαξαν οι ιερείς με τις σκοτεινές ψυχές και εκείνη αδύναμη να αντιδράσει βρέθηκε αιχμάλωτη σε έναν πύργο φτιαγμένο από πάγο μακριά στο βορρά. Εκεί που ανθρώπου ανάσα δεν ακούγεται. Σε μια φυλακή καμωμένη από αγκάθια που μοιάζουν με ασημένια άστρα και περιστρέφονται γοργά και αδυσώπητα, αιχμάλωτη στα χάλκινα δεσμά της, ανίκανη να βρει δρόμο να γυρίσει πίσω στη θάλασσα, στον αγαπημένο της Πολεμιστή, στα παιδιά της.

Κι έτσι εκείνη η πανώρια Βασίλισσα ξεχάστηκε από όλους. Μα η Θάλασσα πρόφτασε και μια τελευταία φορά σηκώθηκε πελώρια πάνω από τον τόπο όπου ο νεκρός βασιλιάς που ζευγάρωνε με τα ζώα και τα πλάσματα της αβύσσου λατρευόταν σαν θεός. Και την κατάπιε για πάντα.

Ακόμα πιο λίγοι επέζησαν αυτή τη φορά. Κάποιοι πήραν το τελευταίο καράβι για τη δύση, άλλοι το τελευταίο καράβι για την ανατολή. Στην πρώτη στεριά που βρήκαν κατέβηκαν και δοκίμασαν να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή. Οι λαοί που ζούσαν στη νέα τους πατρίδα τους υποδέχτηκαν σαν θεούς. Κάποιοι από αυτούς, μέσα στην αλαζονεία τους δέχτηκαν τον τίτλο και άρχισαν και πάλι να καταδυναστεύουν και να καταστρέφουν την Αρμονία.

Μα ήταν και κάποιοι που το κακό που συνέβη τους ξύπνησε μνήμες τρομερές. Και αποφάσισαν να βαδίσουν έναν άλλο δρόμο. Αυτόν του περιπλανώμενου Βάρδου, που όταν δεν έχει μια ιστορία να πει, θρηνεί με τα μάτια καρφωμένα στα άστρα για τον ευλογημένο τόπο που ακόμα κοιμάται κάτω από τα κύματα…

 

Samhain και Καταχνιάρρρ…

Samhain και Καταχνιάρρρ…

 

By the power of Star and Stone,
by the power of the Land within and without,
by all what is Fair and Free,
we invite you to this rite of Samhain.

Samhain…, αγαπητοί μου, και ουχί Halloween. Και προφέρεται Σά(γ)ουιν.

Αυτή είναι η γιορτή.

Turnips κι όχι pumpkins.

Καθότι οι κολοκύθες εφύοντο πέραν του Μεγάλου Ποταμού – ήγουν του Ατλαντικού – κατά την εποχή που οι αρχαίοι Ευρωπαίοι γιόρταζαν το τέλος του καλοκαιριού, ή μάλλον ακόμα καλύτερα την τελευταία σοδειά.

Κοράκια; Φυσικά! Τα κοράκια είναι τα πλάσματα που καθαρίζουν τον κόσμο μας από ό,τι περιττό, ό,τι έχει πια πεθάνει και η σάρκα του λαχταρά να δώσει πάλι δύναμη στους ζωντανούς.

Γάτες ναι! Γάτες πάντα! Γιατί οι γάτες είναι πλάσματα συνδεδεμένα με τη Σελήνη, με τη νύχτα που μεγαλώνει αισθητά, με τα σκοτεινά μέρη της πόλης και της εξοχής, εκεί που τα ελαφρά τους ποδαράκια μπορεί να τρομάξουν τον ανυποψίαστο διαβάτη, αλλά πάνω από όλα οι γάτες είναι φύλακες στις πύλες του Αλλόκοσμου. Μπορούν να χαθούν τόσο εύκολα και να επιστρέψουν όταν δεν το περιμένουμε. Περνάνε στις διαστάσεις του Πέρα από Δώθε, και αυτή τη λάμψη της γνώσης την αντικρίζουμε στα μάτια τους, στο βλέμμα αυτό που σαγηνεύει, καθηλώνει ή φοβίζει… ανάλογα με το τι κρύβει κάποιος στην ψυχή του.

Η Κέλτικη Πρωτοχρονιά ήταν το Samhain, όταν το πέπλο ανάμεσα στον Φυσικό μας Κόσμο και στον Αλλόκοσμο είναι πιο λεπτό από ποτέ. Είναι η εποχή που τα πνεύματα των ζωντανών μπορούν ευκολότερα να επικοινωνήσουν με τα πνεύματα των προγόνων τους. Είναι η εποχή που οι νεκροί ψιθυρίζουν τα μυστικά του Αλλόκοσμου στα αυτιά των ζωντανών. Και οι ψυχές των ζωντανών θυμούνται αυτά τα μυστικά και δεν λυπούνται πλέον για όσους πέρασαν πέρα από το πέπλο. Είναι η εποχή που ο Βασιλιάς της Δρυός, ο θεός που σκοτώθηκε στη μάχη με τον Βασιλιά του Οξύφυλλου, του σκιώδους αδελφού του, λαχταρά τη Θεά και πάλι, ψιθυρίζοντας στο αυτί της το μυστικό της αναγέννησης του. Και η Θεά ακούει προσεκτικά, και η επιθυμία της να τον ξαναδεί και πάλι να γεννιέται είναι τόσο δυνατή, που ενώνεται με τον Βασιλιά στον Αλλόκοσμο στον Ιερό Γάμο, και η σύλληψη του προμηνύει την γέννηση του.

Ω ναι, τη γέννηση που θα δούμε να συμβαίνει στις 21 Δεκέμβρη.

Οι νεκροί περπατούν στη Γη αυτές τις ημέρες – και νύχτες. Τα πλάσματα του Αλλόκοσμου βρίσκουν αφύλαχτες τις Πύλες και το πέπλο ανάμεσα στους Κόσμους λεπταίνει, γίνεται διάφανο, σαν ιστός αράχνης… Τόσο εύκολο να περάσουμε; Μα αν περάσουμε, ποιος μας εγγυάται πως θα επιστρέψουμε στο Μεσόκοσμό μας, στο εδώ και στο τώρα; Κανένας και σας το υπογράφω με χυμό turnip. Και είναι ευγενικό να τους βοηθήσουμε να βρούνε το δρόμο τους για τα Μονοπάτια των Άστρων. Πιστέψτε με, γελούν κι εκείνοι όταν βλέπουν το κεράκι μέσα στην κολοκύθα ή το γογγύλι, ή έστω στο φαναράκι που θα αφήσουμε αναμένο έξω από το παράθυρό μας.

Και θα μου πείτε τώρα τι μας νοιάζει για αυτά τα μακρινά, τα ξενόφερτα, των βελανιδοφάγων του βορρά;

Χα! Σας την έσκασα! Γιατί όλους μας αφορά ο κύκλος της Ζωής, του Θανάτου και της Αναγέννησης.

Η Ζωή τρέφεται με Θάνατο κι ο Θάνατος με Ζωή.

Είναι ένα αέναο σύστημα αλληεξάρτησης, που έχει τις απαρχές του στην ίδια τη Δημιουργία. Το παλιό δίνει τη θέση του στο καινούργιο. Όταν ο ρόλος του ολοκληρωθεί στη Ζωή και πρέπει να αποχωρήσει – ή να προχωρήσει, ποιος μπορεί να το πει με σιγουριά; – τότε προσφέρει μέρος της ζωτικής του ενέργειας και της υλικής του εκφανσης στο καινούργιο που λαχταρά να γεννηθεί, να αναπτυχθεί, να μεγαλουργήσει, να απολαύσει, να χαρεί, να γείρει κάποια στιγμή στον κορμό του έλατου και να αποκοιμηθεί, για να ξυπνήσει στο Όνειρο που θα ξαναγίνει Ζωή.

Τελικά υπάρχει διέξοδος από τον αέναο κύκλο; Κι αν υπάρχει, την απάντηση δεν θα την βρούμε σε αυτό το μικρό κείμενο.

Γιατί όμως οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να γιορτάσουν την τελευταία σοδειά;

Διότι εκείνες τις παλιές εποχές η τροφή ήταν σημαντική. Οι λιμοί δεν ήταν σπάνιοι, ο καιρός δύστροπος έκανε τις σοδειές πολλές φορές να καταστρέφονται, η φτώχεια, η παγωνιά, οι αρρώστιες, οι κακουχίες έστελναν στο θάνατο μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Κι έπρεπε ο Θάνατος, ο Χάρος, όπως τον λέμε στα μέρη μας, να τιμηθεί το ίδιο όπως και η Ζωή που γιορτάζουμε την άνοιξη. Για να έχουν οι άνθρωποι μια ελπίδα ότι μπορεί και να ξεφύγουν από το κοφτερό του λεπίδι στην επόμενη στροφή.

 

Κάθε Αρχέτυπο έχει τη θέση του στον Κύκλο. Και είναι σεβαστό. Οφείλουμε να το σεβόμαστε για να μας σεβαστεί όταν θα έρθουμε μπροστά του. Γιατί πάντα βρισκόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπροστά στα Αρχέτυπα. Και είναι εκείνες οι στιγμές στη ζωή που ονομάζουμε Σταυροδρόμια, κι άλλοι τους λέμε Τρίστρατα, σαν εκείνα της Εκάτης. Είναι οι στιγμές που παίρνουμε αποφάσεις, που όσο καθημερινές κι αν είναι θα καθορίσουν όλη μας τη ζωή. Ή το θάνατο. Έχω ακούσει από κάποιον να λέει πως ένας καλός θάνατος ίσως να είναι καλύτερος από μια καλή ζωή. Θα συμπληρώσω λέγοντας πως μια καλή ζωή κι ένας καλός θάνατος είναι δώρα σπουδαία. Που πρέπει να τα χειριζόμαστε με ευγνωμοσύνη.

Καλή γιορτή να έχουμε, λοιπόν, εμείς που στο -Ευρωπαϊκό – χωριό μας είχαμε Samhain κι όχι Halloween. Αλλά παραφράζοντας  τον Shakespeare…

«What’s in a name?

That which we call death
By any other name would smell as fallow.»

 

Κι ας κλείσω με μια τελευταία οδηγία-ξόρκι…

 

Κύκλος ιερός υφαίνεται με των θεών το υφάδι,

στων Κόσμων το αντάμωμα ανάμεσα θα στέκει.

Iστό Αράχνης, άτρωτο, μα και λεπτό σαν πέπλο,

αυτή τη νύχτα υφαίνουμε για να μας προστατέψει,

απ’ όσα πνεύματα γυρνούν στον κόσμο αυτή τη νύχτα,

τώρα που οι Νεκροί γυρίζουνε για να τους θυμηθούμε.

Τον Κύκλο τούτο Τρεις φορές θα υφάνουμε απόψε,

και της θεάς το όνομα στα χείλη μας να στέκει,

για του θεού το αντάμωμα στο Ιερό Κυνήγι,

όταν θα σμίγουνε μαζί στου Αλλόκοσμου τα βάθη.

 

 

Happily ever after…

Happily ever after…

Έχετε ποτέ αναρρωτηθεί γιατί ενώ στα παραμύθια όταν τα διαβάζουμε στα αγγλικά βλέπουμε να τελειώνουν με τη φράση «And they lived happily ever after», εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν τους αφήνουμε να ζήσουν απλώς καλά, αλλά δηλώνουμε πως ζήσαμε κι εμείς καλύτερα;

Λοιπόν, εγώ το σκέφτηκα. Πολλά χρόνια τώρα. Κι ας τα πάρουμε από την αρχή…

Τι είναι το παραμύθι; Ετυμολογικά παραμυθούμαι σημαίνει παρηγοριέμαι. Αχααα! Παρηγοριά από τι; Ποιο μέγα κακό μας βρήκε και θέλουμε παρηγοριά; Ας μην ξεχνάμε πως τα παραμύθια, οι ιστορίες που λέγονταν γύρω από τη φωτιά, σπάνια ήταν για τα αυτιά παιδιών, αλλά για αυτά των ενηλίκων. Ναι, ναι, εκείνων που τους έτρωγαν στ’ αλήθεια οι λύκοι στο δάσος το χειμώνα, όχι επειδή ήταν κακοί – οι λύκοι, να ξηγούμαστε – αλλά επειδή πεινούσαν. Και για να πηγαίνουν στο δάσος οι άνθρωποι το χειμώνα, μάλλον δεν πήγαιναν για καλό. Πεινούσαν βλέπετε κι εκείνοι.

Μα η κόρη του άρχοντα είχε άλλες έγνοιες, γιατί τουλάχιστον η κοιλιά της ήταν γεμάτη και τα πόδια της ζεστά. Και βέβαια το τέρας που την άρπαζε ήταν χίλιες φορές πιο τρομερό και απειλητικό από την πείνα, το κρύο, την αρρώστια, το φόβο του θανάτου και της λησμονιάς, όπως τα βίωναν οι απλοί άνθρωποι…, ναι εκείνοι που έλεγαν τα παραμύθια. Οπότε όταν τελείωνε η δοκιμασία της και ο πρίγκιπας την έπαιρνε στο άλογό του κι έφευγαν στο ηλιοβασίλεμα, βέβαια ζούσαν happily ever after.

Και μη μου πείτε πως εμείς εδώ, ακόμα και με τις γεμάτες κοιλιές μας, τα ζεστά μας σπίτια, τα αγαπημένα μας πρόσωπα ζούμε καλύτερα από την πριγκίπισσα! Τότε γιατί αυτή η προσθήκη «κι εμείς καλύτερα»; Κι αν όντως καλύτερα, τότε πώς; Κι αν όχι, τότε – πάλι – πώς;

Οι απαντήσεις σε αυτά και μερικά ακόμα βαρύγδουπα ερωτήματα, που ίσως καθορίσουν το μέλλον μας -καλλιτεχνικό και καθημερινό – στο 4ωρο workshop Taleweaving, αυτή την Κυριακή 21 Οκτώβρη.

Το νέο Nimbus, Οκτώβριος 2018

Το νέο Nimbus, Οκτώβριος 2018

 

Περιοδικό Νimbus, τεύχος 21

Αιρετικοί Διαμορφωτές της Πραγματικότητας

Κυκλοφόρησε το 21ο τεύχος του περιοδικού Nimbus των εκδόσεων Άλλωστε και Locus-7!
Ο Τρυφερός Λαός των Βορείων Θαλασσών, Erik Smirneos
Αταβιστική Νοσταλγία, Andreas Soukeras
Όλα τα Χρώματα των Άστρων, Thanassis Vembos
Προφητεία: Μια Έννοια, μια Ιστορία,
Panagiotis Kardaris & Evangellia Thomou
«Για μια Ζωή Ελεύθερη, για μια Νεφέλη…», Dimitra Benisi
«Ο Τελευταίος Άνθρωπος…», Locus-7 Εκδόσεις & Γιώργος Μπαλάνος
Πυρολατρεία-Πυροφαγία, Χάρρυ Χουντίνι

Βιβλιοπαρουσίαση στο ΦantastiCon 2018

Βιβλιοπαρουσίαση στο ΦantastiCon 2018

Τι κάνει ένας λάτρης του Φανταστικού το πρώτο σαββατοκύριακο κάθε Οκτώβρη;

Χμμμ! Αν δεν το γνωρίζετε, ήρθε η ώρα να το μάθετε.

Πηγαίνει στο ΦantastiCon από το πρωί ως το βράδυ.

Και αν έχει και λίγο κέφι το απόγευμα της Κυριακής, εκεί κατά τις 4, ανεβαίνει στον 6ο όροφο και…

Ας δούμε λοιπόν τη βιβλιοπαρουσίαση για τον φανταστικό κόσμο της Erenyx και για τη συλλογή διηγημάτων «Κολοκύθες και Καταχνιάρρρ».

Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Κόσμος στεκόταν όρθιος στην πόρτα για να ακούσει τα όσα θαυμαστά ειπώνονταν.

Ο Παναγιώτης Κάρδαρης προλόγισε εκ μέρους των εκδόσεων Άλλωστε και συντόνισε την παρουσίαση.

Για να πάρει το λόγο ο μοναδικός Θωμάς Μαστακούρης, ένας ζωντανός θρύλος του Φανταστικού στην Ελλάδα, με δεκάδες έργα στο ενεργητικό του. Ένας άνθρωπος με σπάνια ευγένεια, ήθος και χιούμορ, καθώς επίσης και βαθιά γνώση των μύθων και των θρύλων ειδικά της Ευρώπης.

Ο κος Μαστακούρης με το μαγικό του λόγο περιέγραψε γλαφυρά τα βιβλία της Erenyx, καταφέρνοντας να εισάγει κατ’ ευθείαν τους θεατές στο κλίμα του κόσμου αυτού που σιγά-σιγά υλοποιείται μέσα από τα βιβλία Οι Πάπυροι των Τεσσάρων Φεγγαριών και Οι Θάλασσες των Δράκων. 

Η ταλαντούχα ηθοποιός Ρηνιώ Καζάκου με τη σαγηνευτική της ερμηνεία, έβαλε όλους μέσα στο ονειρικό κλίμα των «Παπύρων» διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η Γυναίκα της Θάλασσας».

Ο μοναδικός ηθοποιος Στέλιος Τράκας που ήρθε από το Λονδίνο ειδικά για να πλαισιώσει την παρουσίαση, με τη σειρά του ζωντάνεψε όχι έναν, αλλά πέντε χαρακτήρες από το κεφάλαιο «Ο Μάγερας, ο Βασιλιάς, η Γυναίκα του και ο Πειρατής της», θυμίζοντάς μας ότι όχι άδικα έχει επιλεγεί για αυτήν ακριβώς την πολυδιάστατη φωνή του να δίνει ζωή σε σημαντικούς χαρακτήρες μέσω του voice over σε σημαντικές παραγωγές, όπως το τελευταίο Assassins Creed-Odyssey.

Και φτάσαμε κάποτε στο τελευταίο πόνημα, τη συλλογή Κολοκύθες και Καταχνιάρρρ, που περιέχει ιστορίες της σκοτεινής εποχής του χρόνου, ιστορίες μαγικές, νοσταλγικές, θλιβερές, αστείες, με κύριο άξονα τη σκοτεινιά που ξεκινά από την φθινοπωρινή ισημερία και τελειώνει στην αυγή της άνοιξης. Γιατί, όπως είπε και ο κος Μαστακούρης «αυτό το βιβλίο μοιάζει με ένα πιάτο από εκλεκτούς μεζέδες», όπως αρμόζει σε κάθε συλλογή.

Και κατόπιν η Ρηνιώ, ο Στέλιος και… η Δήμητρα πήραμε θέσεις για να δώσουμε ένα μικρό μεζεδάκι, ένα μικρό δρώμενο από την ιστορία «Μαγική Εξυπηρέτηση, Καληνύχτα σας».

Οι θεατές με έκπληξη είδαν να ζωντανεύουν οι χαρακτήρες μπροστά τους και ο χώρος να μεταμορφώνεται θαυμαστά στον πιο ψηλό πυργίσκο του μαγικού καταστήματος «Χόκους, Πόκους, Φόκους και συνεργάτες». Στη μεταμεσονύχτια βάρδια, φυσικά.

Και όπως σχολίασαν κάποιοι από τους παρευρισκόμενους «Καλα, τι φανταστική παρουσίαση βιβλίου ήταν αυτή! Φαντασου το βιβλιο!»

Η παρουσίαση έκλεισε με μια σύντομη ενημέρωση σχετικά με τα σεμινάρια Taleweaving-Η Μεταμορφωτική Δύναμη του Δημιουργικού Λόγου, που ξεκινούν στις 21 Οκτώβρη, και που στην κλήρωση που διενεργήθηκε ανάμεσα σε όσους αγόρασαν ένα από τα βιβλία, δυο κέρδισαν από μια δωρεάν συμμετοχή.

Ύστερα… ο πάγκος των εκδόσεων Άλλωστε πλημμύρισε κόσμο που αγόραζε τα βιβλία κυριολεκτικά τρία-τρία.

Και στο σημείο αυτό πρέπει να αποδώσουμε πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους συνετέλεσαν σε αυτή την επιτυχία.

Τις εκδόσεις Άλλωστε

Το Σύλλογο Φantasticon

Τους συνεργάτες και φίλους που βοήθησαν να οργανωθεί σωστά η παρουσία στο φεστιβάλ.

Η συνέχεια θα είναι ακόμα πιο συναρπαστική.

 

ΦantastiCon 2018-Παρουσίαση βιβλίων και πολλά ακόμα

 

Αγαπητοί μου φίλοι,
Θα είναι τιμή μου να παραβρεθείτε στην παρουσίαση των τριών βιβλίων μου την Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018, στις 16:00, κατά την διάρκεια του 4ου Πανελληνίου φεστιβάλ για το Φανταστικό, ΦantastiCon, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, Μασσαλίας 22, Αθήνα.

Στο θαυμάσιο αυτό χώρο θα παρουσιαστούν τόσο ο φανταστικός κόσμος της Erenyx μέσα από τα βιβλία «Οι Πάπυροι των Τεσσάρων Φεγγαριών και «Οι Θάλασσες των Δράκων», όπως καθώς και η συλλογή «Κολοκύθες και Καταχνιάρρρ».

Θα προλογίσει και θα συντονίσει ο συγγραφέας και αρθρογράφος Παναγιώτης Κάρδαρης. Για τα βιβλία θα μιλήσει εκτενώς ο αγαπημένος συγγραφέας και μεταφραστής του φανταστικού, Θωμάς Μαστακούρης. Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Ρηνιώ Καζάκου και Στέλιος Τράκας.

Τα βιβλία θα διατίθενται στο stand του εκδοτικού οίκου Άλλωστε, στο ισόγειο της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης και τις δυο ημέρες του φεστιβάλ.

Για όσους φίλους προμηθευτούν κάποιο από τα βιβλία θα διενεργηθεί κλήρωση, όπου θα δοθεί σε τρεις τυχερούς από ένα χειροποίητο μενταγιόν με τους Δράκους της Έρενυξ. Επίσης ένας τυχερός θα κερδίσει δωρεάν συμμετοχή στο 4ωρο εισαγωγικό workshop Taleweaving που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018.

Σας περιμένουμε στο stand των εκδόσεων Άλλωστε το Σάββατο 6 και την Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018 από τις 11:00 ως τις 21:00, να μοιραστούμε την αγάπη μας για το Φανταστικό, σε μια από τις καλύτερες σχετικές εκδηλώσεις.