Η Θάλασσα κι ο Βασιλιάς

Ήταν μια άλλη Εποχή, ένας άλλος Κόσμος, κι ο Ουρανός είχε αλλιώτικο χρώμα, πιο ζωντανό, και μετεωρίτες έσκιζαν τον ορίζοντα, αλλάζοντας διαρκώς τα πάντα. Και η Γαία με τους εραστές της, τον Πόντο, τον Τάρταρο και τον Ουρανό ήταν αγαπημένοι, και δημιουργούσαν διαρκώς παιδιά. Μα κάποτε ήρθε η Μεγάλη Διχόνοια και πόλεμοι κοσμικοί ξεκίνησαν ανάμεσα στα άστρα. Ο κάθε Βάρδος έχει αλλιώτικη μια ιστορία να πει για αυτούς τους πολέμους, και σχεδόν κάθε φορά άλλη είναι η αιτία, αλλά πάντα η Διχόνοια και ο Φόβος για την απώλεια της Εξουσίας ήταν στον πυρήνα.

Λέει μια παλιά ιστορία πως ο Κρόνος, ο Χρόνος ο Πανδαμάτωρ, ο Ουρανίδης Τιτάνας, κάποτε με μια άρπη από Αδάμα, φτιαγμένο από την ίδια τη Γαία, έκοψε τη σύνδεσή της με τον Ουρανό. Και από το αίμα του ξεπήδησαν οι εκδικήτρες Ερινύες. Μα στη Θάλασσα έπεσε κάτι πολύτιμο και βγήκε λένε η Αφροδίτη, η κυρά της Θάλασσας με τα μακριά μαλλιά της να ντύνουν το λευκό της σώμα, και περπάτησε στη Γη.

Όμως φλυαρώ πολύ και πρέπει να φτάσω εκεί που αρχίζει η Θάλασσα για να σας εξιστορήσω της ιστορία της Βασίλισσάς της. Είχε τόσα ονόματα που δεν θα φτάσουν δώδεκα βιβλιοθήκες για να τα πούμε, πόσο μάλλον για να αφηγηθούμε τις ιστορίες τους. Μα κάποτε, μια ιστορία γράφτηκε, κι έλεγε για Εκείνη που ήταν παντοδύναμη, και όριζε όσα πλάσματα κατοικούσαν εντός της, κι ότι έπλεε επάνω της -ό,τι εκείνη επέτρεπε να πλεύσει επάνω της. Στα νησιά οι κάτοικοι της πρόσφεραν στεφάνια φτιαγμένα με ρόδα και άλλα ευωδιαστά άνθη. Με αυτά ξεπροβόδιζαν τους ναυτικούς τους όταν ξεκινούσαν για ταξίδι. Και όσοι έμεναν πίσω της τραγουδούσαν στις ακρογιαλιές ή σε ξέφωτα που τα κύκλωναν κυπαρίσσια. Γιατί εκεί έβρισκαν παρηγοριά όσοι έχαναν έναν δικό τους στη θάλασσα, αφού τόπο να τον θάψουν, να τον κάψουν ή να τον θρηνήσουν άλλον δεν είχαν.

Πλούτο πολύν έφερναν από τη θάλασσα τα πλεούμενα. Ψάρια και θαλασσινά,  κοχύλια και μαργαριτάρια, κι ένα σωρό σπάνια καλούδια που στη στεριά δεν έβρισκε κανείς. Και οι άνθρωποι είχαν όλα όσα λαχταρούσαν, και ζούσαν χρόνια πολλά και σε ειρήνη σε ένα θαυμαστό βασίλειο που αιώνες τώρα κείτεται βυθισμένο σε μια μακρινή θάλασσα. Κανένας δεν ήθελε περισσότερα από όσα είχε…

Μόνο που… κάποτε ο Χρόνος τους έφθειρε και γύριζαν στη Γαία να της χαρίσουν τους τελευταίους χυμούς τους, αντάλλαγμα μικρό για όσα εκείνη τους πρόσφερε. Μα οι αγαπημένοι τους άρχισαν να θρηνούν το θάνατο των δικών τους, και όχι να γιορτάζουν τη ζωή που έζησαν αυτοί μετά την επιστροφή τους στη Γαία. Και η θλίψη και ο φόβος γέννησαν τη Λήθη. Κι έτσι ξέχασαν πως αυτό ήταν μόνο ένα ταξίδι προς την αναγέννηση με νέο πιο εύρωστο σώμα, και άρχισαν να αναζητούν με όλο και πιο μεγάλη εμμονή το μυστικό των θεών, το μυστικό των Τιτάνων, την Αθανασία. Ξέχασαν πως την είχαν ήδη μέσα τους.

Στην προσπάθειά τους αυτή άρχισαν να εχθρεύονται τη Γαία και τη Θάλασσα, να τις βλέπουν σαν αδηφάγους τάφους που κατάπιναν τη ζωή. Κι έτσι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν τη γνώση και την ενέργεια που τους πρόσφερε άπλερα το Σύμπαν για να τη στρέψουν εναντίον της ίδιας της φύσης. Άρχισαν να καταστρέφουν και να διαρρηγνύουν για να ανακαλύψουν τη δομή των πραγμάτων, κι έτσι κατέστρεφαν την ομορφιά τους και την τελειότητά τους, όπως ένας σπουδαίος Βάρδος είχε κάποτε πει.

Και κάποια μέρα εφιαλτική το πρώτο πείραμα ήρθε… ο βασιλιάς ζητώντας να γίνει αθάνατος ζευγάρωσε με πλάσματα εκτός της φύσης… και ο Κόσμος τραντάχτηκε μεμιάς. Και η Θάλασσα σηκώθηκε ψηλά και έπνιξε το ευλογημένο βασίλειο. Όσοι μπόρεσαν να σωθούν κατέφυγαν σε άλλες ηπείρους και σε μια από αυτές συνέχισαν τα πειράματά τους. Τον νεκρό βασιλιά τον ονόμασαν θεό και τον λάτρευαν, και στο όνομά του ζήτησαν να διαφεντέψουν Γη και Θάλασσα.

Και ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος από το να βρουν και να φυλακίσουν τη Βασίλισσα της Θάλασσας, τη Μεγάλη Θεά, και μαζί να εκδικηθούν στο όνομα του θεού τους που τους μιλούσε πια με τη φωνή των ανθρώπινων ιερέων του; Μα μπορείς να αρπάξεις τη Θάλασσα και να την κρατήσεις αιχμάλωτη; Όχι, αλλά… μπορείς να φυλακίσεις τα παιδιά της.

Κι έτσι ξανοίχτηκαν στα πέλαγα οι απεσταλμένοι των μάγων και των ιερέων της διάσπασης και όπου έβρισκαν θαλασσοκόρη την άρπαζαν και την έκλειναν στα αμπάρια των καραβιών τους. Κι όταν τις είχαν αιχμαλωτίσει σχεδόν όλες ρίχτηκαν πάνω σε ένα κήτος πελώριο και το σκότωσαν. Από το σκελετό του έχτισαν ένα καράβι τόσο τρομερό που ακόμα  η Θάλασσα ταράζεται σαν το θυμάται και σηκώνει κύματα βουνά και παίρνει μαζί της τους άπληστους και τους δουλεμπόρους. Όποιο πρόσωπο και να πάρουν οι μαύρες ψυχές τους.

Έκατσαν στην ακτή οι τεχνίτες κι έφτιαξαν το καράβι από τα κόκκαλα του κήτους και στα ενδιάμεσα, για να είναι στεγανό έστρωσαν τα δέρματα των θαλασσοκορών, τα φτερά των σειρήνων, τις ουρές των γοργονανθρώπων, τα μαλλιά των κυράδων του νερού. Και εκείνες τις κλείδωσαν σε βαθιές στοές κάτω από τη γη.

Το τρομερό καράβι όργωνε τη θάλασσα και η Βασίλισσα ένιωσε τον πόνο των παιδιών της και βγήκε πάνοπλη στον αφρό με τα λευκά της μαλλιά να ανεμίζουν. Σήκωσε το τσεκούρι της με το χαραγμένο χρυσό φεγγάρι να κόψει στα δυο το φρικαλέο πλεούμενο, μα όπως έπεσε η πρώτη τσεκουριά, τα δέρματα των θαλασσοπαιδιών σάλεψαν και ο θρήνος τους ακούστηκε ως τα άστρα.

Το τσεκούρι έπεσε από το χέρι της και καρφώθηκε καταμεσής στο κατάρτι που όμως άντεξε. Εκείνη άρχισε να κλαίει και δάκρυα κόκκινα σαν το αίμα των παιδιών της έβαψαν τα λευκά σαν αφρό μαλλιά της. Και σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει τ’ άστρα και να ζητήσει βοήθεια από τους Πρωτογέννητους, μα δεν πρόφτασε.

Με χάλκινα δίχτυα την άρπαξαν οι ιερείς με τις σκοτεινές ψυχές και εκείνη αδύναμη να αντιδράσει βρέθηκε αιχμάλωτη σε έναν πύργο φτιαγμένο από πάγο μακριά στο βορρά. Εκεί που ανθρώπου ανάσα δεν ακούγεται. Σε μια φυλακή καμωμένη από αγκάθια που μοιάζουν με ασημένια άστρα και περιστρέφονται γοργά και αδυσώπητα, αιχμάλωτη στα χάλκινα δεσμά της, ανίκανη να βρει δρόμο να γυρίσει πίσω στη θάλασσα, στον αγαπημένο της Πολεμιστή, στα παιδιά της.

Κι έτσι εκείνη η πανώρια Βασίλισσα ξεχάστηκε από όλους. Μα η Θάλασσα πρόφτασε και μια τελευταία φορά σηκώθηκε πελώρια πάνω από τον τόπο όπου ο νεκρός βασιλιάς που ζευγάρωνε με τα ζώα και τα πλάσματα της αβύσσου λατρευόταν σαν θεός. Και την κατάπιε για πάντα.

Ακόμα πιο λίγοι επέζησαν αυτή τη φορά. Κάποιοι πήραν το τελευταίο καράβι για τη δύση, άλλοι το τελευταίο καράβι για την ανατολή. Στην πρώτη στεριά που βρήκαν κατέβηκαν και δοκίμασαν να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή. Οι λαοί που ζούσαν στη νέα τους πατρίδα τους υποδέχτηκαν σαν θεούς. Κάποιοι από αυτούς, μέσα στην αλαζονεία τους δέχτηκαν τον τίτλο και άρχισαν και πάλι να καταδυναστεύουν και να καταστρέφουν την Αρμονία.

Μα ήταν και κάποιοι που το κακό που συνέβη τους ξύπνησε μνήμες τρομερές. Και αποφάσισαν να βαδίσουν έναν άλλο δρόμο. Αυτόν του περιπλανώμενου Βάρδου, που όταν δεν έχει μια ιστορία να πει, θρηνεί με τα μάτια καρφωμένα στα άστρα για τον ευλογημένο τόπο που ακόμα κοιμάται κάτω από τα κύματα…